Του Μιχάλη Τριανταφύλλου

Το μισό καλοκαίρι το πέρασε ξέμπαρκος στο σπίτι του στο νησί. Ξεγνοιασιά και θαλπωρή κοντά στην οικογένεια και τους φίλους που τον έκαναν να ξεχνά τα μπάρκα που πέρασαν και να μη λογαριάζει αυτά που θα έρθουν.

Αρχές του Σεπτέμβρη όμως, χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε και ήταν αυτός που δεν ήθελε να ακούσει εκείνη την ώρα· ο μαστρο Δημήτρης από το γραφείο.
«Έλα, πως πάνε οι διακοπές;«
Πριν προλάβει να απαντήσει, ο άλλος συνέχισε… «παρακάθισες, άντε ανέβα στον Πειραιά το συντομότερο για να σε ετοιμάσουμε για το COMET» , (πλοίο γενικού φορτίου χρονοναυλωμένο σε Αυστραλέζικη εταιρεία).
Παγωμάρα…. Δεν ήξερε τι να απαντήσει «καλά» ψέλλισε.
«Πως το λένε τώρα; σκέφτηκε» και αισθάνθηκε ένα ρίγος να τον διαπερνά.

«Ποιός ήταν;» ρώτησε η γυναίκα του από την κουζίνα, «γνωστός
«Από το γραφείο…. Ο μαστρο Δημήτρης» της απάντησε όσο πιο σιγά μπορούσε.
«Και τι σε ήθελε; Δεν πάνε δύο μήνες ακόμα που ήρθες«.
Έπρεπε κάποια στιγμή να της απαντήσει.
«Να ανέβω στον Πειραιά, με χρειάζονται σε πλοίο. Ίσως ο συνάδελφος εκεί έχει κάποια ανάγκη που πρέπει να γυρίσει πίσω, τι να πω«.

Πρόβαλε στην πόρτα της κουζίνας. Κόκκινα τα μάτια της, πως να το ξεχάσει,
«καλά ακόμα δεν ήρθες…. πίστευα ότι θα καθόσουν λίγο ακόμα,….τα κορίτσια όπου νάνε θα αρχίσουν σχολείο…. να τις καμάρωνες και εσύ«.

Πήγε κοντά της και την αγκάλιασε.
«για λίγο θα είναι» της είπε για να την ηρεμήσει
«για λίγο, θα το δεις«.
«Εμένα μου λες» του αντιγύρισε, «πότε πρέπει να φύγεις για να σε ετοιμάσω«.
«Αύριο» της απάντησε και γύρισε το κεφάλι από την άλλη για να μην τον δει που βούρκωσε. «Άντε τώρα να το πεις στα κορίτσια» σκέφτηκε.

Και όμως βρήκε το θάρρος και τον τρόπο και τους το είπε. Τις έκλεισε μέσα στην αγκαλιά του και ανάμεσα σε φιλιά, χάδια και πολλά χαμόγελα τους το ξεφούρνισε·
«θα πρέπει να φύγω κορίτσια«. «Πότε;» ρώτησαν και οι δυο με ένα στόμα. «Αύριο;» φώναξε η μεγάλη του, «μα ακόμα δεν ήρθες«.

Η μάνα, στη άλλη γωνία κοίταζε τα χέρια της, ούτε μιλιά. Ξάφνου σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά τους·
«παιδιά, ο πατέρας σας είναι ναυτικός και τον καλεί το καθήκον. Εμείς τι μπορούμε να κάνουμε; Τον αγαπάμε, τον θέλουμε κοντά μας αλλά εμπόδιο στη δουλεία του δεν μπορούμε να σταθούμε. Θα τον ετοιμάσουμε, θα τον συνοδεύσουμε αύριο στο λιμάνι και αφού φύγει το πλοίο θα σταθούμε εκεί μπροστά στην προβλήτα να του κουνάμε το μαντήλι για το καλό του ταξίδι. Ελάτε όμως τώρα να με βοηθήσετε«.

Κρεμασμένος στην κουπαστή του επιβατηγού που θα τον μετέφερε στον Πειραιά, με τα μάτια δακρυσμένα, έβλεπε τις τρείς αγαπημένες φιγούρες να ξεμακραίνουν. Και ύστερα να ξεμακραίνουν τα σπίτια της πόλης και λίγο μετά να ξεμακραίνουν όλα όσα αποτελούσαν αυτό το νησί που τόσο αγαπούσε γιατί κρατούσε επάνω του ότι πολυτιμότερο είχε· την οικογένεια του. Προσπάθησε να αποτυπώσει και να κλειδώσει μέσα στο φωριαμό της καρδιάς του τις εικόνες αυτές και σαν να του φάνηκε πως άκουσε τη φωνή της αγαπημένης του να του σιγοτραγουδάει τους στίχους των Κώστα Γιαννίδη και Αιμίλιου Σαββίδη που τόσο μελωδικά ερμήνευσε πρώτη η Σοφία Βέμπο·

«Με το πλοίο που σε πήρε συλλογίσου
ταξιδεύει και η σκέψη μου μαζί σου
κι ο αγέρας που χαδιάρικα φυσά
ζωντανεύει τα όνειρά μου τα χρυσά

Καλό σου ταξίδι κρυφή μου χαρά
αντίο στερνή μου ελπίδα
τρελή από θλίψη και δίχως φτερά
σου γράφω αυτή τη σελίδα

Μην αργήσεις να γυρίσεις
καλό σου ταξίδι κρυφή μου χαρά
αντίο στερνή μου ελπίδα.»………….

Ήταν πρωί, 4 του Σεπτέμβρη. Βάδιζε επάνω σε μια άδεια ακτή Μιαούλη κατευθυνόμενος προς το γραφείο. Ελάχιστοι διαβάτες, κλειστά περίπτερα, κλειστά καταστήματα. Ακόμα ο Πειραιάς δεν μπορούσε να μπει σε πρόγραμμα ύστερα από την Αυγουστιάτικη σιέστα των διακοπών. «Τον Αύγουστο δεν λειτουργεί τίποτα σ αυτή τη χώρα«, σκεπτόταν. Τίποτα, προς χάριν των διακοπών. «Τι και αν έχει μπει ο Σεπτέμβρης, όλοι απουσιάζουν, δεν λειτουργεί απολύτως τίποτα, τίποτα εκτός από το δικό μου γραφείο«.

Έφθασε κάποια στιγμή, στάθηκε για λίγο στο κατώφλι της πολυκατοικίας που στέγαζε τα γραφεία της εταιρείας και μετά προχώρησε στον ανελκυστήρα. Μπήκε και πάτησε το μπουτόν για τον τρίτο. Έφθασε, βγήκε από τον ανελκυστήρα και προχώρησε στον διάδρομο προς την είσοδο του γραφείου.

Χτύπησε το κουδούνι, του άνοιξαν. «Καλώς τον» τον υποδέχτηκε η κοπέλα στη ρεσεψιόν.
«Είναι μέσα;» ρώτησε εκείνος κακόκεφος. «Ναι μέσα, σε περιμένει«.

Χτύπησε την πόρτα και χωρίς να περιμένει απάντηση μπήκε.
Ο μαστρο Δημήτρης, ο τεχνικός διευθυντής, τον υποδέχτηκε με ψεύτικο χαμόγελο. Εκείνος δεν χαμογελούσε καν.
Μπήκε κατ ευθείαν στο θέμα. «φεύγεις το βράδυ για Σύδνεϋ, όπου θα αντικαταστήσεις στο πλοίο μας COMET τον μαστρο Βασίλη…… Το καράβι είναι χρονοναυλωμένο. Αυστραλία – Αμερική είναι τα ταξίδια. Γενικό φορτίο. Οι ναυλωτές έχουν απαιτήσεις. Δεν θέλουν καθυστερήσεις. Από την άλλη πάλι, υπάρχουν προβληματάκια όσο αφορούν την εγκατάσταση. Θα τα βρεις εσύ, είμαι σίγουρος…..δεν σε ρώτησα αλήθεια, πως τα πέρασες στο νησί;……. Καφέ να κεράσουμε;«.

Τον άκουγε και δεν τον άκουγε. Το μυαλό του ήταν στο νησί του ακόμα. Αποζητούσε τη γυναίκα του, τα παιδιά του, λίγες μέρες ξεκούρασης και ξεγνοιασιάς ακόμα.
Πότε ήταν που ξεμπάρκαρε από το «Ville de Dunkerque«; Και δεν ήταν μικρό μπάρκο, 13 μήνες κράτησε και με τόσα προβλήματα. Δύο μηχανές Pielstick PC2, Γαλλικής κατασκευής, που μόνιμα τον ήθελαν από πάνω τους. Το καράβι χρονοναυλωμένο στην Γαλλική DELMAS, ξεκινούσε το κυκλικό ταξίδι του από την Δουνκέρκη, κατέβαινε στη Μασσαλία, μετά στο Λιβόρνο. Στο κατόπιν μέσω Suez Canal έμπαινε στα νερά της Ερυθράς και «έπιανε» στο Τζιμπουτί και το Πορτ Σουδάν. Και στη συνέχεια στον Ινδικό· Σεϋχέλλες, Άγιος Μαυρίκιος, Ρεουνιόν, Ταματάβε στη Μαδαγασκάρη και κάνοντας τον γύρο της Αφρικάνικης Ηπείρου έκλεινε το ταξίδι του πίσω στη Δουνκέρκη για να φορτώσει σε λίγες μόνο ώρες και να ξαναφύγει.
Αυτό δεν ήταν καράβι, τραίνο ήταν. Και όμως το άντεξε για δεκατρείς ολόκληρους μήνες. Τώρα όμως ήθελε το χρόνο του για να ξαναγεμίσει τις μπαταρίες. Να πάρει δύναμη, να χορτάσει το σπίτι, την οικογένεια, τους φίλους, τη ζωή.

Τον επανέφερε πίσω από τις σκέψεις η φωνή του μαστρο Δημήτρη·
«Δεν έχεις πολύ χρόνο, πήγαινε μέσα στα παιδιά να σε ετοιμάσουν, είναι και δύο Φάκελοι για τον Καπετάνιο, εφημερίδες και η αλληλογραφία για το πλήρωμα, πιο γρήγορα θα τα πας εσυ. Σου εύχομαι καλό ταξίδι και καλή επιτυχία στο καράβι και……για ότι χρειαστείς εδώ θα είμαστε«.

Ο χαιρετισμός ήταν νωθρός, χαλαρές οι παλάμες, έτσι εντελώς τυπικός.
Ύστερα πέρασε στο διπλανό γραφείο για τις διατυπώσεις.

Μεσάνυχτα έφυγε με ταξί από το γονικό σπίτι στο Νέο Ηράκλειο για το Ελληνικό αφου πέρασε από τη δύσκολη διαδικασία να αποχαιρετίσει πατέρα και μάνα. Η πτήση ήταν για τις 2:00. Ο ταξιτζής στη διαδρομή του έπιασε κουβέντα·
«Για που το ταξιδάκι αν επιτρέπεται;»
«Σύδνεϋ» του απάντησε;
«Διακοπές; διακοπές;»
«Όχι για δουλειά»
«Αν επιτρέπεται;»
«Επιτρέπεται, Είμαι πρώτος μηχανικός, πάω να συναντήσω το πλοίο με το οποίο θα ταξιδέψω»
του απάντησε.
«Τι λες ρε φουκαρά» του αντιγύρισε ο ταξιτζής και ήταν σαν να τον σκοτώνει.

Στο αεροδρόμιο, χαμός. Πολύς κόσμος. Οι Ελληνοαυστραλοί στην πατρίδα τέλειωσαν τις διακοπές και επέστρεφαν στην Αυστραλία. Οι περισσότεροι δεύτερης και τρίτης γενιάς. Έκαναν σχόλια για το πως πέρασαν. Πολλοί ήταν εκείνοι που έλεγαν ότι απογοητεύτηκαν και δεν θα ξανάρχονταν ποτέ.

Στη ουρά για την επιβίβαση έπεσε κοντά σε ένα ζευγάρι απο αυτούς.
«Στο Σύδνεϋ πηγαίνετε» τον ρώτησε η κυρία.
«Ναι» της απάντησε ευγενικά.
«Εκεί μένετε» ξαναρώτησε εκείνη.
«Όχι, είμαι πρώτος μηχανικός και πηγαίνω στο πλοίο μου».
«Τον καημένο
» είπε εκείνη απευθυνόμενη στον παχουλό σύζυγό της. Το μαχαίρι που του κάρφωσε πριν ο περίεργος ταξιτζής, μπήκε αυτή τη φορά μέχρι το κόκκαλο.

Μεγάλη η πτήση μέχρι το Σύδνεϋ. Οκτώ ώρες για να φτάσουν στη Σιγκαπούρη και άλλες τόσες περίπου για τον τελικό προορισμό. Χώρια η παραμονή στο transfer της Σιγκαπούρης μέχρις ότου αλλάξουν αεροπλάνο.

Κάποια στιγμή έφτασαν.
«Good luck» του είπε η κυρία, που στην Αθήνα τον είπε «καημένο» και του χάρισε το πιο γλυκό της χαμόγελο. Της το επέστρεψε αλλά όχι μέσα από την καρδιά του.

Τελείωσε με τις διατυπώσεις στην άφιξη, παρέλαβε τη βαλίτσα και βγήκε να συναντήσει τον οδηγό που θα τον μετέφερε στο λιμάνι.
Ευτυχώς αυτός ήταν ευγενικός και σιωπηλός, πέραν των τυπικών τίποτε περισσότερο.

Έφθασαν στο λιμάνι, πέρασαν την πύλη και σε λίγα λεπτά στάθμευαν μπροστά στη σκάλα του καραβιού.
Βγήκε και στάθηκε εκεί με τη βαλίτσα στο πλάι να κοιτάζει το πλοίο που θα τον «αιχμαλώτιζε» ποιός ξέρει για πόσο καιρό. Σήκωσε το βλέμμα και παρατήρησε τα μέσα φορτοεκφόρτωσης, (cargo gear). Τρείς ηλεκτρικούς γερανούς της Brissonneau & Lotz Marine και μία μαγγιόρα μπίγα.
Αυτόματα, μέσα του ευχήθηκε να μην έχουν προβλήματα γιατί είχε κακή πείρα από το προηγούμενο καράβι.

«Καλώς ήλθες κύριε Πρώτε«, ψιθύρισε στον εαυτό του.
» Wellcome Sir» άκουσε τη φωνή του Φιλιππινέζου ναύτη που κατέβηκε να τον βοηθήσει με τη βαλίτσα.

Ανέβηκε τον gangway με το Φιλιππινέζο ναύτη πίσω του.

«Στο γραφείο του Α’ μηχανικού» του είπε. Ο ναύτης κίνησε μπροστά με τη βαλίτσα και εκείνος ακολούθησε.
Ανέβηκαν στο κατάστρωμα όπου ήταν τα διαμερίσματα του πλοιάρχου και του πρώτου μηχανικού, ένα κάτω από το κατάστρωμα της γέφυρας.
Έφθασαν και τότε μπήκε μπροστά κα χτύπησε το μπουλμέ, δίπλα στην ανοιχτή πόρτα του γραφείου.
Άκουσε «εμπρός» και μπήκε. Πίσω του ο ναύτης με την βαλίτσα πάντα. Την άφησε στο δάπεδο, χαιρέτησε και έφυγε.

Πρώτη επαφή με τον άνθρωπο που θα αντικαταστούσε, τον μαστρο Βασίλη. Ήταν και η σύζυγός του εκεί. Κάπου εκεί είδε και τις βαλίτσες τους έτοιμες για αναχώρηση. Τον υποδέχτηκαν, με ευγένεια και χαμόγελο εκείνη, με ξινό πρόσωπο εκείνος.
«Έπρεπε να είσαι εδώ πιο νωρίς μάστορα» του είπε.
«Έχω δώσει την παραίτηση μου και έχω ζητήσει αντικατάσταση εδώ και ένα μήνα» συνέχισε..
Εκείνος κράτησε την ψυχραιμία του και όσο πιο ευγενικά μπορούσε απάντησε·
«Δεν είναι δική μου ευθύνη μαστρο Βασίλη, ευθύνη του γραφείου είναι και για να το γνωρίζεις, αβαρία κάνω τώρα, δεν ήμουν ακόμα έτοιμος για καινούριο μπάρκο«.

Πάνω στην ώρα φάνηκε στην πόρτα ένας χαμογελαστός τύπος με κοντό παντελόνι, φανέλα και τζόκεϊ καπελάκι στο κεφάλι. Από τα χέρια του αφαιρούσε το δεύτερο δερμάτινο γάντι εργασίας. «Από τα αμπάρια έρχομαι», εξήγησε

Χαιρέτησε και άπλωσε το χέρι του στον νεοφερμένο
«Καλώς όρισες στο πλοίο Chief, καπτα Λουκάς, ο καπετάνιος είμαι«.
Ακολούθησαν τυπικές φιλοφρονήσεις και άλλα διάφορα μεταξύ των οποίων παράπονα του απερχόμενου πρώτου μηχανικού για τα ταξίδια και την κούραση που τον κατέβαλαν.
«έλα μαστρο Βασίλη» του είπε ο καπετάνιος, «ξέχασέ τα τώρα και κοίταξε να ενημερώσεις τον αντικαταστάτη σου όσο καλύτερα γίνεται. Αύριο τέτοια ώρα θα βρίσκεσαι στο σπίτι σου και εμείς θα σου έχουμε γίνει ανάμνηση«.

Όταν βγήκε οι δυο Πρώτοι άρχισαν τη διαδικασία για την παράδοση της επιστασίας μηχανοστασίου σύμφωνα με το πρωτόκολλο της Εταιρείας· (ακόμα δεν είχαν εφεύρει τον ISM που μετέτρεψε τους ναυτικούς σε γραφιάδες για χαρτιά, τα περισσότερα άνευ ουσίας).

  • Υπόλοιπα καυσίμων και λιπαντικών στις δεξαμενές
  • Απογραφή ανταλλακτικών και υλικών
  • Εκκρεμείς παραγγελίες
  • Εργασίες που έγιναν και εργασίες που θα πρέπει κατα προτεραιότητα να γίνουν
  • Παρούσα κατάσταση κύριας μηχανής, γεννητριών και όλων των μηχανημάτων
  • Αλληλογραφία και εγκύκλιοι από την εταιρεία
  • Ημερολόγιο μηχανής ενημερωμένο
  • Βιβλίο διαχείρισης και διάθεσης καταλοίπων αλλά και παραλαβής και αποθήκευσης καυσίμων.
  • Αξιολόγηση πληρώματος μηχανοστασίου

Είπαν πολλά, τόσα που έπηξε το μυαλό του. Ήταν τρείς μέρες σχεδόν άυπνος και συναισθηματικά κουρασμένος. Παρ´ όλα αυτά προσπάθησε να εντείνει την προσοχή του ώστε να μη χάσει κάτι που αργότερα θα του δημιουργούσε πρόβλημα.
Γνώρισε και τον μαστρο Ζώη, τον δεύτερο Μηχανικό που, φυσιογνωμιστής καθώς ήταν, του έκανε καλή εντύπωση από την πρώτη στιγμή.

Τέλειωσε η ενημέρωση και μπήκαν οι υπογραφές στο ημερολόγιο μηχανής·
«Σύμφωνα με την εντολή της πλοιοκτήτριας εταιρείας, μεταβιβάζεται σήμερα 07/09/19•• και ώρα 16:00′, η διεύθυνση του μηχανοστασίου, στο Α΄ μηχανικό ……….
Ο παραδίδων την επιστασία
– Ο αποδεχόμενος και παραλαβών την επιστασία

Αυτό ήταν· Για τον απερχόμενο, έστω και τυπικά, τελείωσαν τα βάσανα, μπορούσε να το διακρίνει κάποιος στο πρόσωπό του είχε άλλη όψη τώρα, χαρούμενη, αλλά για τον καινούριο μόλις άρχιζαν.

Δύο ώρες αργότερα, ο μαστρο Βασίλης με τη σύζυγό του αποχαιρετούσαν το πλοίο και το πλήρωμα. Άφηνε πίσω του αγωνίες, σκοτούρες, αβαρίες, θαλασσοταραχές , ξενιτειά και μοναξιά που τα μετέφερε στον καινούριο Πρώτο.
Το πλοίο είχε τελειώσει τη φόρτωση και της τυπικές διαδικασίες και ήταν έτοιμο για απόπλου. Πλοηγό περίμενε. Όλο το πλήρωμα καταστρώματος είχε πάρει τη θέση του στην πλώρη και την πρύμνη κοντά στους εργάτες και τις ανέμες και περίμενε εντολές από τη γέφυρα για να ελευθερώσει το πλοίο από τα δεσμά που το έδεναν με τον προβλήτα.

Εκείνος ντυμένος με τη καθαρή φόρμα του άνοιξε την πόρτα του μηχανοστασίου και μπήκε με το δεξί. Κατέβηκε τα σκαλιά μέχρι το κατάστρωμα που βρισκόταν ο θάλαμος ελέγχου ενώ στη διαδρομή παρατηρούσε και έκρινε με το έμπειρο βλέμμα του την κατάσταση.
Άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο θάλαμο.

Όλο το προσωπικό τον περίμενε· Χαιρέτησε έναν ένα ξεχωριστά και ζήτησε το όνομα και το βαθμό τους. Κατόπιν ρώτησε τον δεύτερο για την ετοιμότητα.
«Δύο ηλεκτρομηχανές Chief, κρίκος εκτός, εξαεριστικοί κρουνοί κλειστοί. Είμαστε έτοιμοι να βάλουμε μπρός, μόλις μας το ζητήσετε»
«Ωραία, βάλτε εμπρός τώρα και θέλω ενδελεχή έλεγχο πριν δώσουμε τα χειριστήρια στη γέφυρα
«
Σε λίγο η κύρια μηχανή άρχισε να λειτουργεί. Αφού το βλέμμα του πέρασε από όλα τα όργανα παρακολούθησης, ελέγχοντας κάθε λειτουργική παράμετρο, βγήκε από το control room και περπάτησε κατά μήκος των κυλίνδρων της, ακούγοντας, οσμίζοντας και αγγίζοντας με τις παλάμες τα διάφορα σημεία της.
«Εντάξει» μουρμούρισε ικανοποιημένος.

Την ώρα που έμπαινε ξανά μέσα, ο αξιωματικός φυλακής του ανέφερε· «κύριε Πρώτε, θέλουν τα χειριστήρια στη γέφυρα.
Έκαναν σύζευξη της μηχανής στον ελικοφόρο άξονα.
» ένα βλέμμα στις θερμοκρασίες των κουζινέτων» είπε, «δείτε και την εξηρτημένη γεννήτρια».

Περίμενε την αναφορά σ’ αυτό που ζήτησε και στη συνέχεια σήκωσε το τηλέφωνο ενδοεπικοινωνίας και ζήτησε τον πλοίαρχο· «καπετάνιε όλα καλά, δίνω τα χειριστήρια, ο έλεγχος δικό σας». «Chief καλό μας ταξίδι. Όταν νετάρουμε έλα στο γραφείο μου να χαλαρώσουμε και μιλήσουμε λίγο«
«Καλό ταξίδι» ευχήθηκε με τη σειρά του, «καλό μας ταξίδι παιδιά» ευχήθηκε στους μηχανικούς του, «καλό ταξίδι κύριε Πρώτε» ευχήθηκε στον εαυτό του και έσβησε μια ημέρα στο ημερολόγιο του μυαλού του.

Μιχάλης Τριανταφύλλου

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. παρα πολυ καλο κειμενο, για εμας που εχομε τυχει σε τετοια γεγονοτα, μας εκανε να ανεβομε στο πλοιο και να ζησομε τη σκηνη της παραδοσης παραλαβης σαν να ειμασταν εκει ! η περιγραφη, και κυυριως η μεταδοση των αισθηματων στον αναγνωστη, ειναι απιθανα !

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ:

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.