Του Μιχάλη Τριανταφύλλου

Το 1987, ήταν μια χρονιά ακραίων καιρικών φαινομένων.
«Βαρύς» ο χειμώνας, με χιόνια που έπεφταν στην Αττική μέχρι τα μέσα του Μάρτη και θερμοκρασίες πολικές, ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας. «Βαρύ» και το καλοκαίρι, με θερμοκρασίες που άγγιξαν την ημέρα τους 45 βαθμούς Κελσίου – καύσωνας.

Η θεωρία «βαρύς χειμώνας» «βαρύ καλοκαίρι» δεν είναι αποδεκτή από την επιστήμη της μετεωρολογίας, ωστόσο το 1987, υπήρξε απόλυτη επιβεβαίωση της.

Ο όρος καύσωνας περιγράφει μια παρατεταμένη περίοδο πολύ θερμού καιρού. Ο διεθνής όρος είνaι heat wave (θερμό κύμα) και οι θερμοκρασία του αέρα στην Ελλάδα είναι ίση ή μεγαλύτερη των 39 βαθμών Κελσίου κατά την διάρκεια της ημέρας και μεγαλύτερη των 26 βαθμών κατά τη νύχτα.

Συνοδεύεται απο άπνοια και αν η σχετική υγρασία της ατμόσφαιρας είναι υψηλή, τοτε τα πράγματα είναι κατά πολύ χειρότερα. παρατηρείται σε ευρεία γεωγραφική έκταση και διαρκεί δύο τουλάχιστον εικοσιτετράωρα.

Ήδη απο τις 18 και 19 Ιουλίου η Θερμοκρασία άρχισε να ανεβαίνει απειλητικά στους 38-39 βαθμούς. και μέχρι το τέλος Ιουλίου οι μέγιστες τιμές θερμοκραασίας ήταν πάνω απο 40 βαθμούς, (μεγιστη τιμή θερμοκρασίας στην Ελευσίνα στους 45 βαθμούς και στο κέντρο της Αθήνας στους 44 βαθμούς).
Ετσι σε συνδιασμό με την πλήρη άπνοια και την έντονη υγρασία, η κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω απο τραγική και αφόρητη και κάθε μέρα χειρότερη απο την προηγούμενη.
Τα διαμερίσματα – κλουβιά μετατράπηκαν σε φούρνους, όπου έχασαν τη ζωή τους εκατοντάδες, ηλικιωμένοι κυρίως άνθρωποι.

Το 1987, ο βαρύς χειμώνας και η περίοδος του καύσωνα, τον βρήκε να υπηρετεί σαν Δεύτερος μηχανικός στο επιβατηγό /οχηματαγωγό «Γεώργιος Εξπρές» της ναυτιλιακής εταιρείας Ευάγγελου Βεντούρη.
Ήταν η εποχή, που τα περισσότερα πλοία σαν δευτερο συνθετικό του ονόματός τους είχαν την λέξη «Εξπρές» η οποία σηματοδοτούσε την ικανότητα του συγκεκριμένου πλοίου, σε μέγιστη υπηρεσιακή, ταχύτητα περί τους 20 κόμβους και κατ’ επέκταση το κατέτασσε στην κατηγορία των «γρήγορων» πλοίων της τότε εποχής.
Τα πλοία αυτά, έκαναν αγώνες δρόμου μέσα στα αιγαιοπελαγίτικα μονοπάτια για το ποιό φθάσει και θα δέσει πρώτο στο λιμάνι, θα αποβιβάσει επιβάτες και αυτοκίνητα, θα φορτώσει και θα αποπλέυσει ξανά πρώτο.

Το «Γεώργιος Εξπρές«, εξοπλισμένο με δύο αναστρεφόμενες, (μπαταριστές), δεκακύλινδρες δίχρονες μηχανές, SULZER MD 52, συνολικής ισχύος 9000 bhp, επανδρωμένο με ένα ικανότατο πλήρωμα και ένα εξαιρετικό καπετάνιο, τον καπτά Γεράσιμο, πρωτοστατούσε στους «αγώνες» αυτούς και κέρδιζε πρωτιές.

Όλα όμως κερδίζονται με κάποιο τίμημα. Και για το συγκεκριμένο «ηλικιωμένο» καράβι, που αγωνιζόταν στον Αιγαιοπελαγίτικο στίβο στο 100% των δυνατοτήτων του, το τίμημα ήταν βαρύ για τις καταπονημένες μηχανές του° Σαρανταπέντε καπάκια των κυλίνδρων και κάμποσα κουζινέτα στους διωστήρες των εμβόλων, σπασμένα.
Τίποτε όμως δεν το έβγαζε από το στίβο εκτός αγώνα γιατί οι μηχανικοί του έκαναν όλες τις επισκευές που ήταν απαραίτητες, και το πλοίο ήταν συνεπέστατο στα ταξίδια του.

Τα βράδυα του χειμώνα όταν το πλοίο ήταν στο λιμάνι του Πειραιά, ακόμα και τότε που επικρατούσε πολικό ψύχος, μετά την αποβίβαση και την εκφόρτωση η γεννήτρια και ο βοηθ, λέβητας σταματούσαν, (κατ εντολή της πλοιοκτήτριας εταιρείας). Κατά συνέπεια δεν υπήρχε φώς και θέρμανση.
Εκείνος έμενε πάντα στο πλοίο,όπως και άλλα μέλη του πληρώματος, μια και οικογένεια του κατοικούσε στο νησί. Καθώς οι καμπίνες των αξιωματικών και του πληρώματος μηχανοστασίου ήταν κάτω απο το κύριο γκαράζ, στο ύψος της ισάλου, οι συνθήκες διαβίωσης ήταν εξαιρετικά δύσκολες.
Η γεννήτρια και στη συνέχεια ο βοηθητικός λέβητας «έμπαιναν» σε λειτουργία στις έξη το πρωί, όπου και άρχιζε η προετοιμασία για το επόμενο ταξίδι.

Την διάρκεια του καλοκαιρινού καύσωνα το πλοίο έγινε ένα είδος «κιβωτού διάσωσης» για όσους τυχερούς μπόρεσαν να εγκαταλείψουν την φλεγόμενη Αττική και να διαφύγουν στα νησιά, αναζητώντας δροσιά.

Για το πλήρωμα και ιδιαίτερα το πλήρωμα μηχανοστασίου η κατάσταση ήταν εξαιρετικά δύσκολη.
Καθώς το μηχανοστάσιο δεν διέθετε θάλαμο ελέγχου, (control room), όσοι ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται εκεί, ήταν εκτεθειμένοι σε θερμοκρασίες που ξεπερνούσαν τους 50-55 βαθμούς κελσίου, παρα τις φιλότιμες προσπάθειες των ανεμιστήρων και των ρευμάτων θαλασσινής αύρας που έμπαινε από κάποιο «ξεχασμένο» ανοικτό μπαρκαρίζο, (άνοιγμα στο πλευρό του πλοίου στο ύψος του γκαράζ), και τις πόρτες του μηχανοστασίου. Σίδερα και ανθρώπινες αναπνοές έκαιγαν.

Τα βράδια το πλοίο επέστρεφε στον Πειραιά. Οσοι δεν είχαν «βάρδια» ή εντεταλμένη εργασία, αναζητούσαν κάποιο δροσερό μέρος εκτός πλοίου για να αράξουν ή πήγαιναν στα σπίτια τους όσοι κατοικούσαν σε περιοχές του Πειραιά και της Αθήνας. Οι άλλοι, αυτοί δηλαδή που ήταν υποχρεωμένοι να παραμείνουν στο καράβι, περνούσαν τη νύχτα του «Αγίου Βαρθολομαίου«. Κόλαση σωστή, καθώς ναι μεν το καλοκαίρι οι γεννήτρια παρέμενε σε λειτουργία, δεν υπήρχε όμως κλιματισμός.

Εκείνος, ο δεύτερος μηχανικός, είχε το παρεάκι του. Το Στέλιο, τη Φούρη, την Τέσση, τον Βασίλη, οι μόνιμοι, που καμμιά φορά έφερναν μαζί τους και κάποιους άλλους.
Συχνά πυκνά τον συντρόφευε και η Στέλλα η γυναίκα του από το νησί και του γλύκαινε τις ώρες. Άφηνε τα κορίτσια τους στη μάνα της καθώς η κυρά Άννα ποτέ δεν της χαλούσε τη χάρη. Ο Θεός να την αναπαύει.

Όταν δεν ήταν υποχρεωμένος να βρίσκεται στο πλοίο, η παρέα τον έπαιρνε μαζί της και όλοι μαζί αναζητούσαν νησίδες δροσιάς.
Αλλοτε στη Νέα Μάκρη, άλλοτε στη Βαρυμπόμπη, άλλοτε στο Διόνυσο και καμμιά φορά στο Μοναστηράκι, στην πλατεία Αβυσηνίας, με τσίπουρα και μουσική απο το ακορντεόν του Βάνια.

Όταν έπρεπε να παραμείνει στο καράβι, σαν αξιωματικός φυλακής αλλά και για να κάνει εργασίες συντήρησης, τότε το παρεάκι εφοδιασμένο με πίτσες, σουβλάκια και μπύρες, ερχόταν να του κάνει παρέα. Μαζευόντουσαν σε κάποιο απο τα ανοιχτά καταστρώματα, για δροσιά, και εκεί περνούσε η ώρα τους.

Έτσι και εκείνο το απόγευμα. Το πλοίο είχε επιστρέψει από το ταξίδι του στις Ανατολικές Κυκλάδες.
Ήταν να παραμείνει στο πλοίο σαν αξιωματικός φυλακής και
έπρεπε να αντικαταστήσει ένα καπάκι, (κεφαλή κυλίνδρου), στη αριστερή κύρια μηχανή, εργασία ρουτίνας για αυτόν και τον μηχανοδηγό βοηθό του.

Περίμεναν να κρυώσει κάπως η μηχανή ενω παράλληλα ετοίμαζαν τα απαραίτητα εργαλεία για την εξάρμωση.
Και εκείνη την ώρα, πιστό στο ραντευού τους, το παρεάκι.
Τον ειδοποίησαν απο τον καταπέλτη και πήγε να τους παραλάβει. Ο Στέλιος, η Φούρη, η Τέσση, ο Βασίλης, ο Σάββας, η Πόλυ και δεν θυμάμαι ποιός άλλος.
Πολλά χαμόγελα και τα χέρια τους φορτωμένα με λιχουδιές.
Τους συνόδεψε στο κατάστρωμα και επέστρεψε στο μηχανοστάσιο για να δώσει οδηγίες.
Έίπε στο μηχανοδηγό να λύσει»τα περιφεριακά εξαρτήματα του καπακιού, να ετοιμάσει το αερόκλειδο για τα «παξιμάδια» και να τον φωνάξει για την εξάρμωση και την αντικατάσταση του με το αμοιβό, κατόπιν επέστρεψε στην παρέα.
Η ώρα περνούσε και ο μηχανοδηγός δεν είχε φανεί. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Πράγματι είχε ξεχαστεί.
Ζήτησε συγνώμη απο την παρέα και κίνησε κατά το μηχανοστάσιο. Συνάντησε το μηχανοδηγό στο δρόμο. Ανήσυχος ήταν.
«Μάστορα, τα ετοίμασα όλα αλλά το αερόκλειδο δεν δουλεύει«.
Κατέβηκαν μαζί στο μηχανοστάσιο που «έκαιγε» απο την υψηλή θερμοκρασία. Δοκίμασε το αερόκλειδο και διεπίστωσε ότι δεν λειτουργούσε. Χρόνος για να το ελέγξει και να το επισκευάσει δεν υπήρχε.
«θα το λασκάρουμε με κλειδί και προέκταση σωλήνας» είπε στο μηχανοδηγό.
Πράγματι, μπήκε το κλειδί στο πρώτο παξιμάδι, μπήκε η προέκταση και «Εεεε ώπ, εεεε ώπ» τίποτα, ακούνητο το παξιμάδι. Και που δύναμη με αυτή τη ζέστη.
Και τότε του ήρθε η ιδέα, το παρεάκι, θα ζητούσε βοήθεια απο το παρεάκι.
Σάλταρε μέχρι το κατάστρωμα.
«Μάγκες ελάτε, υπάρχει ανάγκη».
Πρόθυμα τα παιδιά τον ακολούθησαν. Στο δρόμο τους εξήγησε και ακούστηκαν επιφωνήματα χαράς. Γούσταραν περιπέτεια.
Με το που μπήκαν στο μηχανοστάσιο και τους χτύπησε η ζέστη, έπαθαν σόκ.
Πήραν ομως θέση στη σωλήνα και «Εεεε ώπ, εεεε ώπ», τα παξιμάδια ένα, ένα άρχισαν να λασκάρουν.
Αφού έλυσαν όλα, το παρεάκι έκανε να φύγει κατά πάνω, γιατί είχε εξαντληθεί.
«Παιδιά σας ευχαριστώ πολύ αλλά δεν τελειώσαμε. Μόλις το αντικαταστήσω με το αμοιβό, θα ξανάρθετε για να το σφίξουμε. Πηγαίνετε να αναπνεύσετε φρέσκο αέρα και να δυναμώσετε»

Ετσι και έγινε. Έσφιγγαν τα τελευταία παξιμάδια όλοι μαζί, όταν μπήκε στο μηχανοστάσιο ο πρώτος μηχανικός, ο μαστρο Ηλίας.
Τον κοίταξε με απορία. «Καλά, ήρθε συνεργείο δίχως να το γνωρίζω; Αλλά και οι γυναίκες; Τι θέλουν εδώ;»

Του εξήγησε και εκείνος, καλόκαρδος καθώς ήταν, γέλασε με την καρδιά του, δεν θα μπορούσε ούτε να το φανταστεί, και ευχαρίστησε με τη σειρά του τα μέλη της παρέας που αψήφησαν καύσωνα και ταλαιπωρία για να βοηθήσουν το φίλο τους και το πλοίο.

Μιχάλης Τριανταφύλλου

photos: arxipelagos.com

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ:

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.